Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

ΠΑΡΝΑΣΣΙΣΜΟΣ



Θέμα και περιεχόμενο

Οι παρνασσικοί ποιητές αντλούν τα θέματά και τις εικόνες από τη μυθολογία και την ιστορία και  αναζητούν την έμπνευση τους στους χαμένους πολιτισμούς της αρχαιότητας, ιδίως στον ελληνικό και τον ινδικό. Αυτό που τελικά επιδιώκουν είναι η απουσία κάθε συναισθήματος, πάθους ή έντασης. Θέλουν να εκφράσουν την ηρεμία, τη γαλήνη, την απάθεια και γι’ αυτό το σκοπό υιοθετούν ως ένα βαθμό την πλαστικότητα και την αρμονία της κλασικής τέχνης. Για τους παρνασσικούς ποιητές, το ποίημα πρέπει να έχει την ομορφιά ενός αρχαίου αγάλματος.

Από πού επηρεάστηκε

Επηρεάστηκε από την αλματώδη ανάπτυξη των θετικών επιστημών που έλαβε χώρα στην δυτική Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα και, πολύ περισσότερο, από την καινούρια και αναπτυσσόμενη ταχύτατα επιστήμη της Αρχαιολογίας.

Στιχουργική

Σε ό,τι  αφορά την επεξεργασία στοίχου, ο παρνασσισμός σέβεται τους ρυθμικούς, μετρικούς και στιχουργικούς κανόνες, καθώς και την ομοιοκαταληξία, και γενικά ενδοιαφέρεται υπερβολικά για την μορφή.

Γλώσσα

Ο παρνασσισμός δίνει μεγάλη σημασία στην ακρίβεια της έκφρασης και στη λεπτομέρεια, καθώς προσπαθεί να καλλιεργήσει μιαν απρόσωπη και αντικειμενική ποίηση, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό το επιστημονικό πνεύμα της εποχής. Ακόμη επιδιώκει την πιστότητα, την ρεαλιστική αναπαράσταση και την απάθεια η οποία επιτυγχάνεται με τις ακριβείς περιγραφές και την επιμονή στην αναζήτηση των κατάλληλων λέξεων, ειδικά επιθέτων.


ΔΕΙΠΝΟΣ

Στο δώμα, απάνω στο βουνόν, έτοιμος είν' ο δείπνος.
Γλυκό είναι του λαδιού το φως σαν το γλυκό καρπό του,
θροφή στα μάτια, με γλαυκή στο χάλκωμα τη ρίζα...
Σα γαληνός αστερισμός στο σπίτι ο λυχνοστάτης.
Και το τραπέζι με λινόν ευωδισμένο εστρώθη,
απάνω του οι χλωροί καρποί, απάνω κι η κερήθρα,
κι η ελιά γλυκιά στα στόματα, καθώς το φως στα μάτια.
Και η ανυφάντρα εδείπναγε, και η νια μοιρολογήτρα,
γυναίκες γλυκομέτωπες, η Λυγιά δίπλα εδείπνα,
που τη φλογέρα απίθωσε στον αργαλιόν απάνω,
και η Γλαυκή, μεγαλόφωτη γυναίκα, αναπαμένα
στο μέτωπό της τα μαλλιά που 'χε σε δυο φτερούγες
χρυσές και πόφεγγε ήσυχα το μέγα μέτωπό της.
Κι ήσυχη εσπέρα εφώταγε μες στα βαθιά μας φρένα,
στα παραθύρια τ' ανοιχτά βαθιάν Ολύμπια νύχτα,
με τα βουνά σαν τον αχνόν απ' το λειψό φεγγάρι,
με τ' άστρα πόπιναν το φως στης ηρεμίας το λάδι.
Θροφή στα μάτια, σαν η ελιά στο στόμα, ο λυχνοστάτης
βαθιά 'φεγγε τα φρένα μας με την Ολύμπια νύχτα.
Το λάδι έφεγγε μέσα μας, βαθιά, την καλοσύνη,
κι η νύχτα την αγέρωχη γαλήνη και τη σκέψη.
Πίσω απ' τ' αλαργινό βουνό, που εδιάφεγγε σαν άχνα,
κατέβαινε κι ο πόνος μας μαζί με το φεγγάρι,
που επύρωνε, ως βασίλευε, τη σιωπηλή αγωνία...


Άγγελος Σικελιανός



Στοιχεία του ποιήματος που το εντάσσουν στο ρεύμα του παρνασσισμού είναι ότι χρησιμοποιεί θέματα από την αρχαιοελληνική παράδοση. Ακόμη ο μελωδικός στίχος που δημιουργεί ηχητική ατμόσφαιρα και η εκπληκτική περιγραφή του σκηνικού μέσα από τις πλούσιες εικόνες είναι μερικά στοιχεία που εντάσσουν το ποίημα στον παρνασσισμό. Τέλος, η δημοτική γλώσσα και η αφθονία εκφραστικών μέσων που χρησιμοποιεί ο Α. Σικελιανός καθώς τα επίθετα και οι λέξεις που φαίνονται δημιουργήματα του ( γλυκός στ. 2, γλυκομέτωπες στ. 9, αγέρωχος στ. 21) καθιστούν το ποίημα του στο ρεύμα του παρνασσισμού.



ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΑ ΣΠΑΡΤΑ

Για κοίτα πέρα και μακριά τι πανηγύρι
που πλέκουν τα χρυσά τα σπάρτα στο λιβάδι!
Στο πανηγύρι το πανεύοσμο απ’ τα σπάρτα
με τη γλυκιάν ανατολή γλυκοξυπνώντας
να τρέξω βούλομαι κι εγώ στο πανηγύρι,
θησαυριστής να κλείσω μες στην αγκαλιά μου
σωρούς τα ξανθολούλουδα και τα δροσάνθια,
κι όλο το θησαυρό να τόνε σπαταλέψω
στα πόδια της αγάπης μου και της κυράς μου.
Όμως βαθιά είναι το ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι όπως μιας πρόσχαρης ζωής είκοσι χρόνων
κόβει το λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
έτσι τον άκοπο γοργό μου κόβει δρόμο
ατέλειωτος ανάμεσα ξεφυτρωμένος
ο κακός δρόμος μες στα βάλτα και στα βούρλα.
Τ’ αγκαθερά φυτά ξεσκίζουνε σα νύχια
και σαν τα ξόβεργα το χώμα παγιδεύει
του κάμπου του κακού στα βούρλα και στα βάλτα,
εκεί που στο φλογοβόλο το αψύ του ήλιου
(που δρόσος μιας πνοής; που σκέπασμα ενός δέντρου;)
σαν αστραπή αργυρή χτυπάει τα μάτια η άρμη.
Λιγοψυχώ, λυγίζομαι, παραστρατίζω,
κι αποκάνω και πέφτω, κι αποκαρωμένος
νιώθω στο μέτωπο τ’ αγκάθια, και στα χείλια
νιώθω την πίκρα της αρμύρας, και στα χέρια
νιώθω τη γλίνα της νοτιάς, και στα ποδάρια
νιώθω το φίλημα του βάλτου, και στα στήθη
νιώθω το χάιδεμα του βούρλου, νιώθω εντός μου
τη μοίρα του γυμνού και τ’ ανήμπορου κόσμου.
(Ω! πού είσαι, αγάπη και κυρά μου;) Και σε βάθη
δειλινών πορφυρών, πλούσια ζωγραφισμένων,
το πανηγύρι που χρυσά τα σπάρτα πλέκουν,
το πανηγύρι το πανεύοσμο στα σπάρτα,
με βλέπει, με καλεί, και με προσμένει ακόμα.


Κωστής Παλαμάς


Το ποίημα "Το πανηγύρι στα σπάρτα" του Κωστή Παλαμά έχει χαρακτηριστικά στοιχεία του παρνασσισμού. Συγκεκριμένα όσον αφορά τη γλώσσα ο παρνασσισμός αρνείται την καθαρεύουσα και στρέφετε προς την δημοτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι λέξεις βούλομαι, σπαταλέψω, ξόβεργα, της κυράς μου, παραστρατίζω, αποκάνω, αρμύρας, ποδάρια. Σύμφωνα και με τις γνώσεις μας, το θέμα και το περιεχόμενο του παρνασσισμού θέλει να εκφράσει την ηρεμία και τη γαλήνη όπως και συμβαίνει στο ποίημα αυτό. Όσον αναφορά την επιρροή  του αντλεί στοιχεία και τις εικόνες τους από τη μυθολογία όπως και συμβαίνει στο ποίημα πράγμα που συμπεραίνουμε από τις εκφράσεις  «κι όλο το θησαυρό να τόνε σπαταλέψω» « πανηγύρι πλέκουν τα χρυσά τα σπαρτά στο λιβάδι». Τέλος όσον αφορά τη στιχουργική το ποίημα σέβεται τους ρυθμικούς και μετρικούς κανόνες όμως δεν εμφανίζει ομοιοκαταληξίες.




Αγαπίου Γιώργος
Ασικλάρης Βαλάντης
Βαγιάτης Φώτης
Βαρβαριώτης Νίκος
Βασιλούδης Σωτήρης

Γεωργιάδου Μαρίνα

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ποιήμα

 
 
Η ποίηση που από τη φύση της δεν αρκείται ποτέ στη μία όψη των πραγμάτων, έφτασε να 'ναι στις μέρες μας η μόνη πραγματικά επικίνδυνη για τους κρατούντες. Εφ' ω και οι πιο έξυπνοι απ' αυτούς τη βάζουν τώρα τελευταία να φωνάζει «ελευθερία», όπως ο κλέφτης για να τρομάξει ο νοικοκύρης - ωσότου ο αφανισμός της συντελεσθεί.
Οδ. Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
 
 
Αν - R. Kipling
Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία, κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει, στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά, αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα, κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου, κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη, αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις, αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί, αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν, αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά, αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου… Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Ποίηση

          

 Αναγνωστάκης : «Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.»  


Χωρίς χρώμα , χωρίς σώμα 
τούτη η αγάπη πού πηγαίνει 
σκορπισμένη, μαζεμένη
σκορπισμένη πλάι-πλάι
κι όμως σφύζει κι όμως πάλλει
στη δαγκωματιά του μήλου
στη χαραγματιά του σύκο
σ'ένα βυσσινί κεράσι 
σε μια ρώγα από ροδίτη
τόση ανάερη Αφροδίτη,
θα διψάσει θα κεράσει
ένα στόμα κι άλλο στόμα
χωρίς χρώμα, χωρίς σώμα.
Γ. Σεφέρης 


Θερμοπύλες


Tιμή σ' εκείνους όπου στη ζωή των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες· 
δίκαιοι κι ίσοι σ' όλες των τες πράξεις, 
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία· 
γενναίοι* οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν 
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε· 
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες, 
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει 
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) 
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος, 
κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κ.Π Καβάφης


"Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα." Έλιοτ Θ. "Η ποίηση είναι η πιο όμορφη κι αποτελεσματική μέθοδος για να μιλάς για διάφορα πράγματα, γι’ αυτό έχει τόση σπουδαιότητα." Άρνολντ Μ.


Η ποίηση, μία από τις δύο βασικές κατηγορίες του λόγου, του έμμετρου λόγου, έναντι του πεζού λόγου και του διαλόγου και κατ΄ επέκταση της Λογοτεχνίας, ήταν ανέκαθεν δύσκολο να οριστεί και γι' αυτό έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί ανά τους αιώνες. Σύμφωνα με τον σημαντικό Αργεντινό συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους".


Αν  -  R. Kipling

Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία, κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει, στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά, αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα, κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου, κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη, αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις, αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί, αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν, αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά, αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου… Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Δε σ' αγαπώ - Pablo Neruda

Δε σ' αγαπώ σαν να 'σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ' αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ' από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ' αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ' τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ' άρωμα που σφιγμένο μ' ανέβηκε απ' το χώμα.

Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' άλλον τρόπο,
παρά μ' ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

<Νικηφόρος Βρεττάκος: «Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας. Η μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει, μπορεί να μας μεταδώσει την αίσθηση του μεγαλείου της ζωής την οποία είμαστε έτοιμοι να καταστρέψουμε.» Κική Δημουλά : «Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα. Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα. Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους: κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου. Κι αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο. Αυτό είναι το ποίημα».