Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΙΚΑΣ ΤΟ 1983


Οι αντιλήψεις γύρω από το θεσμό της προίκας και η εφαρμογή της, έχουν εκλείψει στην Ελλάδα. Αιτία της έκλειψης ήταν ο νόμος που θεσπίστηκε επί Κυβέρνησης Α. Παπανδρέου το 1983 που κατάργησε τον θεσμό της προίκας. Ωστόσο σε κάποιες χώρες/περιοχές της γης, όπως στην Ινδία, τηρείται ο θεσμός αυτός ακόμη και σήμερα. Οι σημερινοί άνθρωποι δεν πιστεύουν στην προίκα καθώς υποστηρίζει τον υποβιβασμό της θέσης της γυναίκας και την απόλυτη εξάρτησή της από τον σύζυγό της. Επιπλέον, δηλώνεται έτσι η κατώτερη θέση της, καταρρίπτεται η ισοτιμία ανάμεσα στα δύο φύλα και χαρακτηρίζεται η γυναίκα ως δεύτερης κατηγορίας άνθρωπος.

Η ΠΡΟΙΚΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

Στη σύγχρονη εποχή ο θεσμός της προίκας, για τις περισσότερες χώρες, αποτελεί μια παρωχημένη αντίληψη η οποία απλώς υπενθυμίζει τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων μια άλλης εποχής. Στο Δυτικό κόσμο, οι κοινωνίες είναι απαλλαγμένες από τον καταπιεστικό θεσμό της προίκας και οι γάμοι τελούνται με πρωτοβουλία των ίδιων των ανθρώπων, χωρίς την παρέμβαση των γονέων τους.
Το γεγονός αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θέση της γυναίκας.
Πλέον η γυναίκα έχει εξισωθεί κοινωνικά με τον άνδρα, αντιμετωπίζεται ως ίση και έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα. Είναι ενεργό μέλος της κοινωνίας και ενεργεί ως ένα αυτόνομο, με δική του βούληση άτομο, το οποίο δεν είναι υπόλογο σε κανέναν. Η ίδια με τις αποφάσεις της και τις πράξεις της
διαμορφώνει τη ζωή της χωρίς να επεμβαίνουν σε αυτή παράγοντες, όπως οι γονείς της ή οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι οποίες, πλέον, θέλουν επιτακτική την ανάγκη συμμετοχής της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία.
Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση των ανθρώπων έχει βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Το κάθε άτομο με την ένταξη του στην κοινωνία, σταδιακά απογαλακτίζεται και μεριμνά μόνο του για την επιβίωση του. Έτσι, από σχετικά νεαρή ηλικία αποκτά εργασία, με αποτέλεσμα να είναι οικονομικά ανεξάρτητο. Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην κατάργηση της προίκας, αφού σκοπός της ήταν να ενισχύσει οικονομικά τη νέα οικογένεια που θα δημιουργούνταν. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, και ο άνδρας και η γυναίκα, συνήθως έχουν αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν χρειάζονται τη συνεισφορά άλλων σε αυτό το νέο ξεκίνημα της ζωής τους.
Ως θεσμός η προίκα είναι καταδικασμένη να εκλείψει και για το λόγο ότι και ο άνδρας έχει πάψει να αντιμετωπίζει με τόσο φόβο και τόση δυσπιστία, όσο άλλοτε, τον γάμο και επειδή, επίσης παρέρχεται ο τύπος της άεργης γυναίκας που δικαίωνε τη διατήρηση του αναχρονιστικού αυτού θεσμού. Στις ανατολικές χώρες, παρ’ όλα αυτά ο γάμος είναι σύμφυτος με την προίκα. Παρ’ όλο που ο θεσμός έχει, θεωρητικά καταργηθεί, σε ορισμένες χώρες, υφίσταται ως έθιμο και προκαλεί αναταράξεις και προβλήματα. Η επιβίωση της προίκας είναι συνυφασμένη με τη θέση που κατέχει η γυναίκα στην κοινωνία των ανατολικών χωρών. Στις μουσουλμανικές κοινωνίες η θρησκεία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον τρόπο διαμόρφωσης της ζωής της γυναίκας, καθώς η θέση της καθορίζεται από το Κοράνι. Ο άνδρας βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τη γυναίκα, διότι είναι υποχρεωμένη να τον υπακούει απόλυτα. Επίσης, οι δεσμοί της με τη δημόσια κοινωνική ζωή είναι χαλαροί ή ακόμα και ανύπαρκτοι, γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις είναι εντελώς αποκομμένη από αυτή. Η έλλειψη στοιχειώδους μόρφωσης και ο θρησκευτικός φανατισμός ενδυναμώνουν τον πεπερασμένο θεσμό της προίκας, ο οποίος
θεωρείται απαραίτητος για τη συναίνεση ενός άνδρα σε γάμο και
η απουσία του είναι κατακριτέα από την κοινωνία.
Βέβαια το χαμηλό βιοποριστικό επίπεδο και οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης ωθούν τους ανθρώπους στη διάπραξη ανήθικων πράξεων, όπως στον εκβιασμό ή ακόμα και στο βασανισμό των γυναικών, ώστε να αναγκάσουν τις οικογένειες τους να προσφέρουν μεγαλύτερη προίκα. Πιο συγκεκριμένα, στην Ινδία το έθιμο της προικοδότησης έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, διχάζοντας τη χώρα. Το 1961 η προίκα απαγορεύτηκε δια νόμου με στόχο να μειωθούν οι ταπεινώσεις, τα βασανιστήρια, αλλά ακόμα και οι θάνατοι των γυναικών, των οποίων οι οικογένειες αδυνατούσαν να δώσουν στο γαμπρό προίκα.  Παρ’ όλα αυτά μέχρι πριν μια δεκαετία θεωρούνταν θανάσιμο αμάρτημα το να είσαι γυναίκα και να μην μπορείς να προσφέρεις ικανοποιητική προίκα.


 

Ποίηση

Αν - R. Kipling
Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία, κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει, στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά, αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα, κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου, κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη, αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις, αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί, αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν, αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά, αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου… Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014


ΠΟΙΗΣΗ Κατά τη γνώμη μου, ποίηση είναι έκφραση συναισθημάτων, αποκάλυψη ακόμα και τον πιο ενδόμυχων σκέψεων, ένα είδος κατάθεσης της ψυχής. Λέξεις που κρύβουν μέσα τους δόσεις μαγίας, ονείρου και μυστηρίου και που όμως φανερώνονται αλλιώς σε κάθε αναγνώστη και αποκτούν άλλο νόημα. Έτσι, καταφέρνουν να μας ταξιδέψουν, να μας μεταφέρουν σε κόσμους που η λογική δε μπορεί να φανταστεί. Όμως αυτές οι λέξεις μπορούν ακόμη να κρύβουν πίσω τους ένα ηχηρό μήνυμα που πρέπει να διαδοθεί.Προκαλούν, λοιπόν, έκρηξη συναισθημάτων μας, μας ταρακουνούν και μας προβληματίζουν, ώστε να πράξουμε.Η ποίηση, δηλαδή, ξυπνά σε μας ένα άλλο εγώ που υπάρχει μόνο όταν ονειρευόμαστε και ελπίζουμε.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

άσκηση ποίημα


                    Μόνο γιατί μ'αγάπησες 

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Άσκηση:Ποίηση

Ας φρόντιζαν
Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

Άσκηση:Ποίηση

Γιάννης Ρίτσος – Μετά

Μάρτυρες γιὰ τὰ λάθη σου δὲν εἶχες. Μόνος μάρτυρας
ὁ ἴδιος ἐσύ. Τὰ τακτοποίησες, τὰ μονόγραψες, τὰ σφράγισες
σὲ λευκοὺς πάντοτε φακέλους σὰ νὰ ἑτοίμαζες
τὴ δίκαιη διαθήκη σου. Ὕστερα
τὰ τοποθέτησες προσεχτικὰ στὰ ράφια. Τώρα, γαλήνιος,
(ἴσως καὶ κάπως φοβισμένος) οὔτε βιάζεσαι
οὔτε καθυστερεῖς, γνωρίζοντας ὅτι, μετὰ τὸ θάνατό σου,
θ᾿ ἀνακαλύψουμε πόσον ὡραῖος ἤσουν,
πόσο πολὺ πιὸ ὡραῖος πέρα ἀπ᾿ τὶς ἀρετές σου.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ασκηση:ποιηση

Η ποίηση, μία από τις δύο βασικές κατηγορίες του λόγου, του έμμετρου λόγου, έναντι του πεζού λόγου και του διαλόγου και κατ΄ επέκταση της Λογοτεχνίας, ήταν ανέκαθεν δύσκολο να οριστεί και γι' αυτό έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί ανά τους αιώνες. Σύμφωνα με τον σημαντικό Αργεντινό συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους".

Οἱ μοιραῖοι

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.
Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!
(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)
Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.
-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.
Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!